αφρίζω


αφρίζω
[афризо] р. пениться

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αφρίζω" в других словарях:

  • ἀφρίζω — foam pres subj act 1st sg ἀφρίζω foam pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αφρίζω — αφρίζω, άφρισα, αφρισμένος βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αφρίζω — (AM ἀφρίζω, Α και ἄφρω, έω) 1. βγάζω ή έχω αφρούς 2. (για πρόσωπα και ζώα) βγάζω αφρούς από το στόμα, συνήθως από οργή ή λύσσα νεοελλ. οργίζομαι, θυμώνω πολύ …   Dictionary of Greek

  • αφρίζω — άφρισα, αφρισμένος 1. παράγω αφρό: Το σαπούνι δεν αφρίζει αρκετά. 2. βγάζω αφρό από το στόμα, οργίζομαι πολύ: Άφριζε από το θυμό του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀφρίζῃ — ἀφρίζω foam pres subj mp 2nd sg ἀφρίζω foam pres ind mp 2nd sg ἀφρίζω foam pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφρίσῃ — ἀφρίζω foam aor subj mid 2nd sg ἀφρίζω foam aor subj act 3rd sg ἀφρίζω foam fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφριζόντων — ἀφρίζω foam pres part act masc/neut gen pl ἀφρίζω foam pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφρίζει — ἀφρίζω foam pres ind mp 2nd sg ἀφρίζω foam pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφρίζον — ἀφρίζω foam pres part act masc voc sg ἀφρίζω foam pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφρίζοντα — ἀφρίζω foam pres part act neut nom/voc/acc pl ἀφρίζω foam pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)